29/6/11

Άλλη μια ιστορία αγάπης

Τόσες ιστορίες αγάπης!!! Και κάθε αγάπη σαν ένα μονόπρακτο... Μερικές φορές η ζωή μας ολόκληρη περικλείεται σε μία και μόνο πράξη. Ο πραγματικός χρόνος εκμηδενίζεται. Η σκέψη εκμηδενίζει το χρόνο. Η Α., ο Β. και οι σκιές τους. Οι σκιές ομολογούν την αλήθεια τους. Αποτελούν το φορέα δράσης, αφού το νεαρό ζευγάρι απαθές αναβιώνει ό,τι έζησε σε μια στιγμή, σε μία και μόνο πράξη.                                             


                                      
                                                     Klimt Gustav, Το φίλημα


                                               AΛΛΗ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ



Διακρίνουμε ένα πανί στη θεατρική σκηνή, η οποία διαχωρίζεται οριζοντίως. Ο χώρος είναι μια παιδική χαρά. Είναι βράδυ. Η Α. και ο Β. είναι μπροστά από το πανί. Η Α' και ο Β' είναι πίσω από το πανί και μπορούμε να δούμε τις σκιές τους με τις οποίες ζωντανεύουν την αληθινή ιστορία της Α. και του Β., οι οποίοι κινούνται ελεύθερα στο χώρο της παιδικής χαράς, αλλά τα βλέμματα τους δε συναντιούνται ποτέ. Συμπεριφέρεται ο ένας σαν να μην υπάρχει ο άλλος στον ίδιο χώρο. Η μουσική θα είναι ορχηστρική, κατά προτίμηση ροκ ή τζαζ.
Α.: Είναι μέρες που είχαμε δώσει ραντεβού εδώ.μπορεί να πάνε και χρόνια. Εδώ που είχαμε πρωτοσυναντηθεί. Ήταν βράδυ τότε και εκείνος ήταν τόσο απόμακρος και σκοτεινός. Ήταν χλωμός και τα μαλλιά του έπεφταν στα μάτια του. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι το βλέμμα του. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του. Ήταν τόσο μεγάλα.και άδολα. Με κοιτούσε μες στα μάτια. Πρώτη φορά με κοιτούσε κάποιος μες στα μάτια. Έτσι έριχνα και εγώ το βλέμμα μου κάτω για να τον αποφύγω. Φοβόμουνα. Κι εκείνος με φοβότανε. Ακόμα με φοβάται. Δε μιλούσε πολύ, όμως η φωνή του τη θυμάμαι ακόμα, σα να ηχεί μέσα μου, σαν να την ακούω τώρα.
Β.: Ήταν βράδυ όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Ένα βράδυ από εκείνα του χειμώνα που νομίζεις ότι ο ουρανός όλο κατεβαίνει για να σκεπάσει τις άχαρες ζωές μας. Ο άνεμος λυσσομανούσε σα να ήθελε να μας πάρει μαζί του. Τη βρήκα μόνη να κάθεται.Μόνη σε μια κούνια. Στην αρχή δεν της έδωσα σημασία-μου είχε φανεί μια κοινή θνητή,μα δεν ήταν.Ήταν νεράιδα ή ξωτικό. Είχε λυτά τα μαλλιά της και στην αρχή με κοιτούσε επίμονα, μα όταν την απαντούσα, έριχνε το βλέμμα της στη γη και γινόταν βώλος. Με ρώτησε τι γύρευα εκεί τέτοια ώρα. Δεν της απάντησα. Φοβήθηκε για μια στιγμή αλλά δεν έφυγε. δεν έφυγε; Μετά από λίγο άκουσα το γέλιο της.
Α.: Ήταν ένα μυστήριο. Όταν τον πρωτοείδα νόμιζα πως ήτανε νεκρός. Φοβήθηκα για λίγο, αλλά συνέχισα να κάνω κούνια. Στην πρώτη ερώτησή μου βέβαια δεν αποκρίθηκε, μα στη δεύτερη μου απάντησε. Μονολεκτικά βέβαια, αλλά μου απάντησε. Γέλασα και ευθύς τον ρώτησα «Είσαι νεκρός;»
Β.: Κι έπειτα με ρώτησε αν είμαι νεκρός. «Όχι» της απάντησα. Μα πια δεν είμαι τόσο σίγουρος. Η τελευταία φορά που την είδα ήταν άνοιξη. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και είχε λυτά τα μαλλιά της. Έτσι κατάλαβα ότι ήταν συντετριμμένη. Σε ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις, άφηνε πάντα κάτω τα μαλλιά της. Μόνο που όταν ήταν ευτυχισμένη τα πείραζε όλη την ώρα. Μια φορά την είχα δει ευτυχισμένη για μια στιγμή μονάχα και μου φάνηκε πολύ αμήχανη.
Α.: Και ικανοποιήθηκα με την απάντησή του, γιατί κατάλαβε την ερώτησή μου. Πράγματι τώρα που το σκέφτομαι πέρασε καιρός που ήμουν ευτυχισμένη, δηλαδή μια φορά έχω νιώσει έτσι. Βρισκόμασταν τις νύχτες μόνο.για ενάμιση χρόνο μια φορά το μήνα στο ίδιο μέρος, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα. Δεν το 'χαμε συμφωνήσει, αλλά επιστρέφαμε γιατί νοσταλγούσαμε. Συνήθως καθόμασταν αντικριστά μέχρι να ξημερώσει. Μετά το πρώτο γλυκό χάραμα, χώριζαν οι δρόμοι μας. Ο καθένας εξέφραζε ενδόμυχες σκέψεις, συναισθήματα.συνειρμικά. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Υπήρχε μια τέλεια επικοινωνία, χωρίς καν να γνωριζόμαστε. Η σχέση μας ήταν μεταφυσική. Εκείνο το βράδυ που κοιταζόμασταν για ώρες στα μάτια, πίστεψα πως ήμασταν ένα, μονάδα. Τότε για πρώτη φορά ένιωσα ευτυχισμένη. Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Μια μουσική δυνάμωσε και χόρευα όλη την ώρα.  
Β.: Δε χόρευα ποτέ, μα παρασύρθηκα. Χορεύαμε για ώρες.
Α.: Μπορεί και για μέρες να χορεύαμε μαζί. Σε τέτοιες στιγμές ο χρόνος εκμηδενίζεται. Ενώ χορεύαμε, με φίλησε. Δεν αντέδρασα. Αιφνιδιάστηκα. Πήρα τους δρόμους και έτρεχα σαν τρελή. Μπορεί και να 'μουν τρελή. Οι περαστικοί δε με πρόσεχαν. Σα να μην υπήρχα. Υπήρχα;
Β.: Παρεξήγησε. Έφυγε, γιατί παρεξήγησε. Έτρεξα να την προλάβω, μα την είχα ήδη χάσει. Σε μια στιγμή έκστασης τη φίλησα. Αδερφικά όμως.μα δε το κατάλαβε. Από τότε, την ξαναείδα άλλες δύο φορές, αλλά ήταν διαφορετική.απόμακρη. Δε μιλούσε. Το βλέμμα της είχε γίνει ένα με το χώμα. Προσπάθησα να την πλησιάσω, τιναζόταν. Προσπάθησα να της εξηγήσω, έφευγε. Η σχέση μας ήταν μια παρεξήγηση.
Α.: Μ' αρέσει να φεύγω. Να φεύγω τις πιο καίριες στιγμές.Ένιωσα πως αυτό το φιλί ήταν αιμομικτικό. Μα περισσότερο φοβήθηκα τον εαυτό μου. Εκείνος ήταν σα να έπαιρνε πνοή από την πνοή μου για να ζήσει, όμως για εμένα δεν ήταν το ίδιο. Από τότε που τον ξανάδα άλλες δύο φορές. Κάθε φορά έφευγα. Νιώθω ελεύθερη έτσι.
Β.: Έφυγε και με άφησε μόνο μου. Η φυγή της αυτή εκβίαζε κάθε συναίσθημά μου να βγει στην επιφάνεια. Κι εγώ έκρυβα μέχρι τότε τα συναισθήματά μου, μόνο σε εκείνην φανερώθηκα όσο μπορούσα. Και εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να φύγει.
Α.: Έφευγα γιατί ούτε να αναπνεύσω δεν μπορούσα. Ασφυκτιούσα. Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγερή. Δεν ήθελα πια να με κοιτάει στα μάτια. Δεν ήθελα να ακούω τη φωνή του ούτε να γελάω με τα αστεία του. Ήθελα να είμαι μόνη, όπως παλιά. Χωρίς δεσμεύσεις.
Β.: Ποτέ δεν τη δέσμευσα να μείνει. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύτηκα και εκείνη με πίστεψε. Το ένιωσα, μα με παρεξήγησε. Η αλήθεια ήταν ότι δε μιλούσα συχνά. Δεν της εξηγούσα πάντα, και όταν προσπαθούσα, έφευγε.
Α.: Δύσκολα ξεγυμνώνεις την αλήθεια σου στον άλλο, μα εκείνος ακόμα και με τις παύσεις και τα αποσιωπητικά κατάφερνε να ξεγυμνώνεται. Με παρέσερνε στα παραληρήματά του, στις συνειρμικές του σκέψεις, σ' άναρχες λέξεις. Μ' ελευθέρωνε.
Β.: Υπήρχαν στιγμές που τη φοβόμουνα. Ακόμα τη φοβάμαι. Σίγουρα θα συνέβαινε στον καθένα που ήταν στη θέση μου. Με καθήλωνε. Καμιά κίνηση του σώματος της δεν ήταν μηχανική ούτε το πετάρισμα των ματιών της. Όποτε είχα σκοπό να της πω ψέματα, με κοιτούσε στα μάτια και ευθύς της μολογούσα την αλήθεια. Μ' αποδεχόταν, όπως ήμουνα.
Α.: Τον κοιτούσα στα μάτια και χανόμουν σε λαβύρινθους ονείρων. Και όταν ένιωθα ότι μπορεί να ήμουν ευτυχισμένη, έφευγα. Τον φοβόμουν πολύ και ήμουν αμήχανη.
Β.: Φοβόταν, κυρίως τον εαυτό της. Δεν είχε κανέναν, μόνο εμένα. Είχε απομονωθεί εδώ και χρόνια στο κλουβί της.

 Α.: Μόνο που τώρα αναζητώ την ευτυχία. Θέλω να είμαι ελεύθερη πραγματικά, όμως. Μπορεί να πέρασαν χρόνια, αλλά ακόμα τον περιμένω. Εδώ στο μέρος που πρωτοσυναντηθήκαμε την ίδια μέρα, τη ίδια ώρα. Ακόμη.

Β.: Έρχομαι εδώ και κρύβομαι ή μεταμφιέζομαι για να μη μ' αντιληφθεί. Την παρακολουθώ από μακριά, κάθε μορφασμό της, κάθε της κίνηση. Και μ' αρέσει να τη βλέπω να φεύγει.
                                                      ΤΕΛΟΣ
                                                                                                        Αλκμήνη Μιρέλλι                                                                                                    

1 σχόλιο:

  1. Σύνθετη ιστορία, όσο σύνθετες είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή