13/4/15

Ξαναδιαβάζοντας Μαρία Πολυδούρη με τη Χριστίνα Ντουνιά

 
  
Η Χριστίνα Ντουνιά, καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ξαναδιαβάζει τη Μαρία Πολυδούρη και παραδίδει στο φιλοαναγνωστικό δύο σπουδαία βιβλία. Μετά από πολυετή έρευνα, τα δύο αυτά βιβλία συγκεντρώνουν όσα ποιήματα και πεζά έχουν -μέχρι σημερα- εντοπιστεί, καθώς επίσης περιέχουν μία μελέτη και σχολιασμό της Χριστίνας Ντουνιά. 
 

Η Μαρία Πολύδουρη (1902-1930) είναι δημοφιλής, κυρίως για τα ερωτικά της ποιήματα, σαν μία σύγχρονη Σαπφώ. Αυτό που λίγοι γνώριζαν μέχρι πρόσφατα, είναι ότι υπήρξε μία επίδοξη πεζογράφος. Το άτιτλο μυθιστόρημά της, το οποίο δημοσιεύτηκε χωρίς φιλολογικό σχολιασμό από τον Τάκη Μενδράκο το 1981, δεν ήταν ημιτελές σχεδίασμα ή ένα προσχέδιο. Η ίδια η Μαρία Πολυδούρη είχε παραδώσει το Ρομάντσο στον εκδότη Χ. Γανιάρη και περιμένε με αγωνία την απάντησή του. Από το Παρίσι, γράφει  σε έναν φίλο της τα εξής :


 Δεν ξέρω εάν εργάζεσαι ακόμα για λογαριασμό του Γανιάρη.Οπωσδήποτε αν δεν είσαστε τσακωμένοι μπορείς να μεσιτέψεις σε αυτόν για τη δουλειά μου.Το καλοκαίρι κάνοντας εξοχή έγραψα ένα ρομάντσο που εγώ, με όλη την ευσυνειδησία που με διακρίνει το βρίσκω πολύ καλό... (Ρομάντσο και άλλα πεζά, σελ. 239-240)


Τα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη αφήνουν στον αναγνώστη την εντύπωση ενός ημερολογίου λόγω του εξομολογητικού τόνου. Αντίστοιχα. οι σημειώσεις στο ημερολόγιό της χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικότητα και ποιητικό λόγο. Η ποίησή της φαίνεται να είναι η καθημερινή της έκφραση. Δεν είναι είναι μία απλή ασχολία, είναι η ουσία της.


 Αποσπάσματα από Ημερολόγιό της (Ρομάντσο και άλλα πεζά, σελ.157-204) 
 

 1 Μαρτίου 1921

Του ήλιου οι ακτίνες καίνε πότε-πότε και μάς προειδοποιύνε ότι η Άνοιξη δεν αργεί. Το κρύο όμως εξακολουθεί. Κάτι νιώθω να ξεσκεπάζεται μέσα νου, κάτι κοιμισμένο, όχι πεθαμένο. Διαβολεμένες εικόνες υποδουλώνετε την ψυχή μου, μου είσθε τόσο μισητές όσο και αγαπητές. Μια αμφιβολία σαν χάος ανοίγεται μέσα μου, μια θλίψη βαθιά σαν πόντος, μια μελαγχολία ανίκητη.


 14 Αυγούστου 1921

Μα βαθιά λύπη εκτεταμένη δίχως όρια απλώνεται σήμερα μέσα μου 
 

 1 Σεπτεμβρίου 1921

...όταν ο νους μου φύγει από το σιδερένιο στεφάνι που τον σφίγγει ολοένα και μία μακρινή απαλόχρωμη εικόνα ασαφής σαν μέσα από τα σύννεφα, σαν μέσα από ομίχλη, σαν κάτω από δειλινό σκοτάδι, θα τραβάει τη λυπημένη ματιά μου...


 15 Ιουνίου 1925

...ποιος να ξέρει σε τι ευτυχίας με σκέφτεσαι λιμάνι και δεν τολμάς
 

Είναι μία ποίηση που φαντάζει  προφητική με ώσμωση θανάτου και ανεκπλήρωτου έρωτα. Τα ποίηματά της αφήνουν συχνά την αίσθηση του «κακοδουλεμένου» και του «μισοτελειωμένου» ακριβώς επειδή αισθάνεται ότι ο θάνατος είναι κοντά της. Επειδή βιώνει το ανεκπλήρωτο, το ημιτέλες βίωμα του έρωτα. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρόκειται για μία πεισιθάνατη ποίηση. Η Μαρία Πολυδούρη αγαπάει τη ζωή και τη δημιουργία. Μέσα από μία ποιητική επίκληση του θανάτου, ξορκίζει το θάνατο. Μέσα από την ποίησή της, ξορκίζει τη μελαγχολία και κατορθώνει να κατακτήσει την αθανασία. 


Σύμφωνα με τη Χριστίνα Ντουνιά, η ποίησή της χαρακτηρίζεται από διάθεση συλλογισμού και αναστοχασμού. Δεν παραθέτει απλώς συναισθήματα, αντιθέτως δημιουργεί ένα σκηνικό στο οποίο θα πρωταγωνιστήσει εκείνη και οι φίλοι της. Σε μερικά ποιήματά της, διακρίνεται μία ελαφριά ειρωνεία και μία στοχαστικότητα, η οποία δημιουργείται χάρη στην αυτοπαρατηρησία και στην απόσταση που λαμβάνει για να μιλήσει για το ατομικό γίγνεσθαι.

 

Η Μαρία Πολυδούρη, αν και έχει εμπνεύσει ως Μούσα τον κόσμο της διανόησης και τους ομότεχνους της, καθώς επίσης έχει κατακτήσει το νεανικό κοινό από την εποχή του Μεσοπολέμου μέχρι σήμερα, δεν φαίνεται να έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον των ιστορικών της λογοτεχνίας, οι οποίοι αναφέρονται επιγραμματικά στο ποιητικό έργο της. Εξαιρείται ο Ιταλός Bruno Lavagnini, ο οποίος στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι θετικά διακείμενος ως προς το ποιητικό έργο της Μαρίας Πολυδούρη, την χαρακτηρίζει «μια από τις πιο φρέσκες και ζωντανές φωνές της σύχρονης ελληνικής ποίησης». Αντιθέτα Ο Κ.Θ. Δημαράς αποκαλεί την ποίηση της Πολυδούρη «ωχρή», παραπέποντας, όπως πολύ εύστοχα η Χριστίνα Ντουνιά επισημαίνει, στην στερεοτυπική εικόνα της φθισικής ποιήτριας. Επιπλέον, ο Λίνος Πολίτης αν και διακρίνει την γυναικεία ευαισθησία της Μαρίας, κάνει λόγο για προχειρότητα και κοινοτοπία στίχων. Τέλος, ο Αλέξανδρος Αργυρίου υπονοεί ότι ίσως εξαιτίας του θανάτου της έχουμε στα χέρια μας μόνο συμπαθητικές ποιητικές ψηφίδες.



Τι οδήγησε, όμως, στην υποτίμηση της ποίησης της Μαρίας Πολυδούρη; Η επικράτηση του Μοντερνισμού μετά το 1930 ήταν καθοριστική για την παράβλεψη έργου της. Η Χριστίνα Ντουνιά υπογραμμίζει πως ο βιωματικός εξομολογητικός τόνος, η εκφραστική αμεσότητα, η ποιητική εσωστρέφειά της ήταν τα «αμαρτήματα» για να αποσιωπηθεί η σημαντική συμβολή της στο μεσοπολεμικό καλλιτεχνικό ρεύμα των Ελλήνων Νεορομαντικών και Νεοσυμβολιστών. Ακόμα ένα σημαντικό γεγονός που συνετέλεσε στην υποβάθμιση του έργου της είναι ότι η Μαρία Πολυδούρη έζησε και έγραψε στη σκιά του Κώστα Καρυωτάκη. Ακόμα και στις μέρες μας, οι κριτικοί λογοτεχνίας και οι μελετητές, όπως και πρώτη η Λιλή Ζωγράφου, επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στη ζωή της Μαρίας Πολυδούρη, και κυρίως στο ειδύλλιό της με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη πυροδοτώντας με αυτόν τον τρόπο μία παραφιλολογική συζήτηση γύρω από ποιητικό και πεζογραφικό έργο της.

 

Η νέα ανάγνωση και ανανεωμένη προσέγγιση του λογοτεχνικού έργου της Μαρίας Πολυδούρη από τη Χριστίνα Ντουνιά έρχεται να καλύψει ένα τεράστιο κενό φιλολογικών μελετών όσον αφορά το έργο της ποιήτριας. Ήρθε η ώρα να «απαγκιστρωθεί» από έναν βιογραφικό μύθο, να απελευθερωθεί από τη σκιά του Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος την βοήθησε να αναπτύξει το δικό της ποιητικό ύφος και τόνο, χωρίς όμως να τον μιμηθεί ή να τον αντιγράψει. Το ποιητικό και συγγραφικό ταλέντο της είναι πηγαίο. Η Μαρία Πολυδούρη «ξεγυμνώνεται» μπροστά στον αναγνώστη της αυθεντική, τρυφερή και ειλικρινής.       




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου