27/8/11

Ο Υπαρξισμός ως μια ψυχολογική κριτική της «αλλοτροίωσης»


Το παρακάτω άρθρο είναι γραμμένο από την Γεωργία, μέλος της Ηρακλειώτικης Λέσχης Ανάγνωσης 'Φυλλομετρήματα', στην τελευταία συνάντηση της οποίας συζητήθηκε η όλη φιλοσοφία του Υπαρξισμού και ένας από τους κύριους αντιπροσώπους της, ο Albert Camus. Ευχαριστούμε πολύ την Γεωργία για την πρόταση της συζήτησης αυτής και τη συγγραφή του ακόλουθου διαφωτιστικού κειμένου. Για οποιαδήποτε διευκρίνηση ή επικοινωνία, η Γεωργία παραθέτει την διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της στο τέλος του κειμένου, όπου μπορούν να γραφούν και σχόλια. 

___________________________

            
     Πέρα από τις αντικειμενικές, επιστημονικές και τεχνολογικές, βεβαιότητες καθώς και τις επιβεβλημένες τακτικές που η πρώτη βιομηχανική επανάσταση προσπαθούσε να εγκαθιδρύσει στην  Ευρώπη τον 19ο αι. ορθώνεται το πνεύμα του Υπαρξισμού που προβάλλει τον υποκειμενισμό της ζωής για την κατανόηση και τη μετατροπή του κόσμου. Έτσι, οι υπαρξιστές φιλόσοφοι, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται  S.Kierkegaard -και σε μια πλατύτερη έννοια- ο F.Nietzsche, επιμένουν στον υποκεμενικό χαρακτήρα της ζωής δηλ. στις ανθρώπινες δοξασίες, σε καταστάσεις όπως η ελευθερία, η αυθεντικότητα, το παράλογο και σε συναισθήματα όπως ο πόνος, η αγωνία, η μεταμέλεια κ.α. 

   Κυρίως ο S.Kierkegaard (1813-1855), που θεωρείται ο ιστορικός γενάρχης των υπαρξιστών, καθώς και ο F.Nietzsche κριτικάρουν τις αντικειμενικές αλήθειες της επιστήμης και των μαθηματικών γιατί κατά την άποψη τους αυτές παραμένουν πολύ απόμακρες και αδυνατούν να συλλάβουν την υποκειμενική εμπειρία. Για τον λόγο αυτό , οι ίδιοι επικεντρώνονται στον αγώνα του ανθρώπου να οριοθετήσει την α-νόητη ζωή του με την άσκηση της ελεύθερης βούλησης στο πεδίο των αξιών και των δοξασιών. Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος ανακτά την προσωπική του ταυτότητα και την ικανότητα να επιβάλλει τις επιλογές του για να αλλάξει τον κόσμο. 

   Αντιλαμβάνομαστε ότι ο Υπαρξισμός ωριμάζει στην φιλοσοφική σκέψη και αργότερα στην λογοτεχνική έκφραση με την πρόθεση μιας δυναμικής και δημιουργικής στάσης του ατόμου (individuality) απέναντι στον κόσμο που μπορεί να μεταβάλλει σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις επιλογές του. Ενώ, αντίθετα, ο εξωτερικός κόσμος χαρακτηρίζεται από την μηχανική έκφραση ενός νοήματος που ελλείπεται δημιουργικότητας και συχνά παραμένει καταπιεστικός και ακατανόητος.

   Το κίνημα του Υπαρξισμού αναπτύσσει εμφανώς την πρώτη –κάπως αδέξια- κριτική της «αλλοτροιωμένης» προσωπικότητας  στην πρωτο-βιομηχανική εποχή σχεδόν παράλληλα με το συστηματικό έργο του Κ.Μarx. Αυτό δηλώνεται ιδιαίτερα στο έργο του G.Marcel (1889-1973) , δραματουργό και φιλόσοφο, ο οποίος διατυπώνει την έκφραση της «μεταφυσικής αλλοτροίωσης» ως συνθήκη του μοντέρνου ανθρώπου. Ειδικότερα, ο G.Marcel θεωρεί ότι ο άνθρωπος αναζητά την αρμονία που αποτελεί τον τελικό στόχο της μεταβλητής και αβέβαιης ζωής του. Για να πετύχει τον στόχο του, προτείνει ο Marcel, ο άνθρωπος πρέπει να καλλιεργήσει τον «δευτερογενή στοχασμό» που χαρακτηρίζεται απο την «διαλογική» (σε αντίθεση με τη «διαλεκτική») σχέση του ατόμου με το περιβάλλον και τους άλλους ανθρώπους ,μια στάση που συνοδεύεται απο την κατάσταση της απορίας και της έκπληξης ως βασική φιλοσοφική και ερευνητική διάθεση. Για τον Marcel το ενέργημα της φιλοσοφίας ήταν πράγματι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα που επιτρέπει στο αισθητηριακό υποκείμενο να ενσωματωθεί, μέσω της ανοιχτής «διαλογικής» σχέσης, στον κόσμο. Αντίθετα ο γάλλος στοχαστής απορρίπτει τον «πρωτογενή στοχασμό» που χαρακτηρίζεται απο τις πληροφορίες που περιέχονται στη επιστημονική και τεχνολογική γνώση εφόσον θεωρούνται ασυμβίβαστες και δυναστικές στην ανθρώπινη φύση.

  Αργότερα, κατά τη περίοδο που ξεκινά με τον 2ου Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Υπαρξισμός αποκτά πλέον την συμπαγή και αδιαφιλονίκητη μορφή του στα έργα των Μ. Heidegger, J-P. Sartre και Α.Camus.Oι προαναφερόμενοι παρουσιάζουν συγκλίσεις και αποκλίσεις στα έργα τους όσον αφορά την ενασχόληση τους με τη φιλοσοφική θεώρηση της ύπαρξης. Ο Α.Camus συνδιάζει την έννοια της αλλοτροίωσης με την αίσθηση του παράλογου σε ένα κόσμο επιβεβλημένων αξιών και νόμων. Στον Μύθο του Σίσυφου (1942) ο Camus ανατρέχει στον μύθο του τιμωρημένου θνητού για την εξέγερση του ενάντια στον θεϊκό νόμο.Στο κείμενο αυτό το παράλογο εμφανίζεται σαν μια κατάσταση αλλοτρίωσης του ατόμου σε ένα κόσμο που υπάγεται τον επιβεβλημένο θεϊκό νόμο και αργότερα σαν τη πράξη εξέγερσης του ανθρώπου ενάντια στον αρχικό επιβεβλημένο παραλογισμό. Καταλήγει, συνεπώς, ώστε το παράλογο να αποτελεί τη μόνη δικαιολογημένη πράξη εξέγερσης του ανθρώπου ενάντια σε νόμους που επίσης έχουν θεσπιστεί και επιβληθεί με παρόμοιο τρόπο και αποτελούν την αιτία της αλλοτροίωσης του στον κόσμο. 

     Επανέρχεται κατά συνέπεια για τους εκπρόσωπους του Υπαρξισμού η κριτική της αλλοτρίωσης στην οποία αποδίδουν τα ψυχολογικά κριτήρια του ατόμου εντός της πρωτο-βιομηχανικής κοινωνίας και ενάντια στα στεγανά της αβέβαιης επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης που συμβαδίζει με την βιομηχανική εξέλιξη. Σε αντίθεση λοιπόν, με την κατάσταση της αλλοτρίωσης ο Υπαρξισμός προτείνει την δημιουργική βούληση του ατόμου που δύναται να μετατρέψει μέσω της ενεργής του συμμετοχής στο περιβάλλον και στις κοινωνικές συνθήκες –ή όπως προτείνει ο Camus μέσω της δικής του αναγκαίας εξέγερσης- τη ζωή του και τον κόσμο σε πεδίο αληθινών αξιών και αυθεντικής ταυτότητας .                                                                      
 Giorgia Itaca , 
e-mail : giorgiaphil@gmail.com

12/8/11

Albert Camus: Ο μύθος του Σίσυφου

Α. Camus – Ο μύθος του Σίσυφου – http://www.projethomere.com

Η τέχνη του ζην στον Δημόκριτο και στον Επίκουρο

Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι επικεντρώνονται στη μελέτη της δομής και τρόπο δημιουργίας του κόσμου. Η ενασχόληση τους δε σχετίζεται με την ηθική διαγωγή του ανθρώπου μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, αλλά με την άρση των δεισιδαιμονιών και των προκαταλήψεων που είχαν καλλιεργήσει οι μύθοι. Ένας μύθος δεν ανταποκρίνεται μόνο σε προβληματισμούς κοσμολογικής ή θεολογικής φύσεως, αλλά και ηθικής.

Ο μύθος κλονίζεται ήδη από τον 6ο αιώνα π. Χ. και δίνει πρωτοκαθεδρία του στο Λόγο. Οι δεισιδαιμονίες κι ο μυστικισμός επισκιάζονται από το Λόγο, και αφού δίνονται ικανοποιητικές απαντήσεις για την υφή και τη δομή του κόσμου, ώστε οι φόβοι να υποχωρήσουν, είναι επιτέλους το έδαφος πρόσφορο να αναπτυχθεί η ηθική ως ιδιαίτερος τομέας της φιλοσοφίας, με αποτέλεσμα να τεθούν προς συζήτηση οι εξής προβληματισμοί, δηλαδή το τί καθορίζει την ηθική συμπεριφορά του ατόμου, ποια είναι η σωστή διαπαιδαγώγηση των πολιτών, ποιο πολίτευμα είναι προτιμότερο, ποια είναι η σημασία των νόμων κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π. Χ(Κάλφας Β.& Ζωγραφίδης Γ. 2006:87) .

Σταδιακά από το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο στο οποίο καλλιεργείται η φιλοσοφία, δηλαδή τον ιωνικό κόσμο, μεταφέρεται στο επίκεντρο του ελλαδικού χώρου, στην Αθήνα με τον Αναξαγόρα. Συγχρόνως αναπτύσσεται και το πολίτευμα της δημοκρατίας. Το κάθε άτομο είναι πια μέλος μίας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας με ηθική υποχρέωση να συμμετέχει ενεργά στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι και να λαμβάνει αποφάσεις για ζητήματα, τα οποία τον απασχολούσαν άμεσα στην καθημερινότητα του. Ο Σωκράτης είναι ο πρώτος Αθηναίος πολίτης, ο οποίος στρέφεται προς τη φροντίδα του εαυτού και θέτει τα πρώτα θεμέλια της ηθικής, η οποία υπακούει στο Λόγο, μέσα από τις συζητήσεις του με τους Σοφιστές.

Σύμφωνα με τους Σοφιστές, οι κάθε λογής αξίες, οι οποίες απαρτίζουν μία ηθική, είναι σχετικές, αφού απορρέουν από την κοινωνική ζωή, και όχι από τη φύση. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι η αρετή είναι γνώση και μπορεί να διδαχθεί, και ένας άνθρωπος θα μπορούσε να βλάψει έναν συνάνθρωπό του μόνο από άγνοια. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η άρση της σχετικότητας των ηθικών αξιών και καθιερώνεται ο Λόγος ως κριτήριο αξιοπιστίας της γνώσης και θεμέλιο του ηθικού βίου(Παπανούτσος 1995:42-43) Ο πρώτος προσωκρατικός φιλόσοφος, ο οποίος συσχετίζει την κοσμολογία και τη θεολογία με έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής ήταν ο Πυθαγόρας. Ωστόσο, τα μυστικιστικά και μη ορθολογικά στοιχεία, δεν έχουν παραλειφθεί από τον τρόπο σκέψης και ζωής του σοφού θρησκευτικού ηγέτη και της αυστηρώς ιεραρχημένης ομάδας του.

Ο Δημόκριτος, αν και συγκαταλέγεται στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, είναι σύγχρονος του Σωκράτη, και παραδίδει στους μεταγενέστερους φιλοσόφους έκτος από μία ολοκληρωμένη θεωρία για τη δομή και τη δημιουργία του κόσμου, τα γνωμικά του για τη διαγωγή του καλύτερου δυνατού και υποφερτού βίου. Σύμφωνα με το Δημόκριτο, η ψυχική γαλήνη αποτελεί τον απώτερο σκοπό κάθε δραστηριότητας του ανθρώπου. Για να επιτευχθεί η ψυχική γαλήνη, ο άνθρωπος δεν πρέπει ούτε να είναι πολυάσχολος ούτε να επιδιώκει όσα υπερβαίνουν τις δυνατότητες του.Η ψυχική γαλήνη διαταράσσεται όταν δεν ζούμε σύμφωνα με μέτρο και ισορροπία. Η στέρηση και η υπεραφθονία πνευματικών και σωματικών αγαθών προκαλούν έντονες κινήσεις στη ψυχή με αποτέλεσμα οι ψυχές να μην χαρακτηρίζονται από ευστάθεια και γαλήνη.

Η ευτυχία και η δυστυχία αποτελούν ιδιότητες της ψυχής. Η ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν επικρατεί γαλήνη στη ψυχή και διάγουμε μια αρμονική ζωή, η οποία θα χαρακτηρίζεται από αρετή, φρόνηση και σωφροσύνη. Η δυστυχία πηγάζει από την ένταση της ψυχής, η οποία προκαλείται από φθόνο, πλεονεξία και ματαιοδοξία. Δηλαδή όταν επιδιώκουμε την απόκτηση πνευματικών και υλικών αγαθών χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να τα οικειοποιηθούμε, προκαλείται δυσαρμονία στη ψυχή, αλλά και δυσάρεστα συναισθήματα. Ο Δημόκριτος υποστηρίζει ότι εάν δεν επιθυμούμε πολλά αγαθά τότε μόνο θα μπορούμε να εκτιμήσουμε ό,τι έχουμε ήδη αποκτήσει με κόπο και να ζήσουμε αυτάρκεις.

Εξάλλου, σύμφωνα με το συγκεκριμένο φιλόσοφο, η πλεονεξία μας οδηγεί να χάνουμε και ό,τι ήδη έχουμε αποκτήσει. Πρέπει να διάγουμε μια ευχάριστη και ενάρετη ζωή. Μπορούμε να γίνουμε ενάρετοι με τη συνεχή άσκηση και την επιμέλεια του εαυτού μας. Για το Δημόκριτο, η αρετή και η φιλαλήθεια συνταυτίζονται. Ο ενάρετος άνθρωπος δε φλυαρεί και παραμένει ο εαυτός του σε όλες τις περιστάσεις. Η εναρμόνιση βίου και βιοθεωρίας αποτελεί καίριο σημείο για την επίτευξη μιας ισορροπημένης ζωής. Εξάλλου, ο Δημόκριτος ισχυρίζεται ότι αξιοθαύμαστα πρέπει να είναι έργα και οι πράξεις της αρετής, και όχι τα λόγια. Η ορθή κρίση πρέπει να οδηγεί την πράξη μας ,γιατί μόνο τότε μπορούμε πράξουμε το ενάρετο, το οποίο πηγάζει από το Λόγο, με αποτέλεσμα να έχουμε κοινή αντίληψη γι' αυτό. Σύμφωνα με το Δημόκριτο, όπως και για τον Πλάτωνα, δικαιοσύνη είναι να πράττει κανείς αυτά για τα οποία είναι ταγμένος να πράττει.

Η ενάρετη πράξη πηγάζει από το Λόγο και και την εκτελούμε ανεξάρτητα από τις συνθήκες, και όχι από το φόβο της τιμωρίας σε περίπτωση είτε μη εκτέλεσης της είτε εκτέλεσης μίας άδικης πράξης. Μόνο όταν πράττουμε κατά αυτόν τον τρόπο η ζωή μας χαρακτηρίζεται από ψυχική γαλήνη, δικαιοσύνη και θάρρος. Γιατί η καλοσύνη δεν φανερώνεται από το να μην μπορούμε να προκαλέσουμε προβλήματα στον άλλον, αλλά και να μην το θέλουμε. Ο Δημόκριτος υποστηρίζει ότι πρέπει πάντα να υπερασπιζόμαστε τους αδικημένους και να αφανίζουμε με κάθε τρόπο όσους βλάπτουν είτε το συνάνθρωπο τους είτε το ευρύ κοινωνικό σύνολο, όπως οι ληστές και οι πειρατές. Η φιλία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή ενός ανθρώπου.

Σύμφωνα με το Δημόκριτο, δεν αξίζει να ζει όποιος δεν έχει έστω και έναν καλό φίλο, καθώς επίσης η φιλία έστω και ενός συνετού φίλου αξίζει περισσότερο από ό,τι η φιλία όλων όσων ζουν χωρίς φρόνηση. Επίσης, όποιος δεν μπορεί να αποκτήσει φίλους φανερώνει δύστροπο και ιδιότροπο χαρακτήρα. Ακόμα ο Δημόκριτος ισχυρίζεται ότι ένας φίλος δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί σε περίπτωση που χάσει την περιουσία του, γιατί κριτήριο δημιουργίας μιας φιλίας δεν αποτελεί η ικανοποίηση ενός προσωπικού συμφέροντος, αλλά ο ομοϊδεατισμός. Αντιθέτως, ο ενάρετος φίλος συμμετέχει στην ευτυχία μας, εάν τον καλέσουμε, αλλά σε δυσμενείς στιγμές συμπαραστέκεται με δική του πρωτοβουλία.

Το να μην μπορούμε να βοηθήσουμε το φίλο μας φανερώνει ότι έχουμε περιέλθει σε δύσκολη θέση, αλλά το να μη θέλουμε να του συμπαρασταθούμε δηλώνει στάση μνησικακίας. Ο ενάρετος φίλος είναι ευεργετεί αυθόρμητα χωρίς να αποσκοπεί σε ιδιοτελές συμφέρον του. Οι άνθρωποι χωρίς φρόνηση αποστρέφονται τη ζωή, θέλουν ωστόσο να ζουν, διότι φοβούνται το θάνατο, αγνοώντας ότι η ανθρώπινη φύση υπόκειται σε διάλυση μετά το θάνατο. Έτσι ζουν χωρίς να απολαμβάνουν τη ζωή τους αλλά δημιουργώντας μύθους για το θάνατο για να μπορέσουν να απαλύνουν τους φόβους του. Σύμφωνα με το Δημόκριτο ο κόσμος παραλληλίζεται με μία θεατρική σκηνή και η ζωή δεν αποτελεί παρά ένα πέρασμα από αυτήν, γι' αυτό θα πρέπει να χαιρόμαστε τη ζωή μας με όλες τις αισθήσεις μας όσο ζούμε, και όχι να να αλωνόμαστε σε παράλογους φόβους.

Κατά την περίοδο των ελληνιστικών χρόνων κυριάρχησαν φιλοσοφικά ρεύματα, των οποίων την απαρχή αποτελεί η διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος προκαλεί το θαυμασμό στους νέους διανοούμενους πολλά χρόνια μετά το θάνατο του. Ήδη από τα πρώτα χρόνια των ελληνιστικών χρόνων, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής επηρεάζει καταλυτικά την την ιδιωτική ζωή των υπηκόων της αχανούς αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Η δημοκρατία καταλύεται και επικρατεί το πολίτευμα της μοναρχίας. Ο πολίτης της αθηναϊκής δημοκρατίας μετατρέπεται σε έναν απλό υπήκοο της αυτοκρατορίας, αποκλεισμένος από κάθε κέντρο λήψης αποφάσεων. Ο λαός αισθάνεται ανασφάλεια, απομόνωση και μελαγχολία με αποτέλεσμα να ιδρυθούν φιλοσοφικές σχολές για να απαλύνουν τη μελαγχολία του λαού, δίνοντας απαντήσεις σε πρακτικά καθημερινά προβλήματα και δίνοντας συμβουλές για έναν τρόπο ζωής που θα αποφέρει γαλήνη στη ψυχή.

 Οι φιλοσοφικές σχολές, οι οποίες κυριαρχούν εκείνη την περίοδο ήταν ο επικουρισμός και ο στωικισμός, αλλά σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν στη πνευματική ζωή ο σκεπτικισμός, η μέση και η νέα Ακαδημία, το Λύκειο, και ο κυνισμός. Ο Επίκουρος ήταν βαθιά επηρεασμένος όχι μόνο από το Σωκράτη, αλλά και από το Δημόκριτο, και αυτό φανερώνεται στο συνολικό του έργο . Σύμφωνα και με τον Επίκουρο, όπως και με το Δημόκριτο, η γαλήνη της ψυχής, την οποία ο πρώτος την αποκαλεί αταραξία, και η ευεξία του σώματος αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας ευτυχούς και αρμονικής ζωής.

Ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι όποιος επιτύχει τη ψυχική γαλήνη δεν προκαλεί προβλήματα ούτε στον εαυτό του ούτε στους άλλους. Για να επιτευχθεί η ψυχική γαλήνη θα πρέπει να αρκούμαστε σε ό,τι έχουμε για να μπορούμε όχι να περιοριζόμαστε στα λίγα, αλλά όταν μας υπολείπεται ένα πνευματικό ή υλικό αγαθό να μπορούμε να είμαστε αυτάρκεις χωρίς να μας προξενείται κανενός είδους δυσαρέσκεια. Εξάλλου, τα φυσικά και αναγκαία αγαθά μπορούμε να τα αποκτούμε εύκολα, αλλά το περιττό δύσκολα. Συγκεκριμένα, η ταραχή της ψυχής προκαλείται από την απόκτηση πλούτου, κάθε είδους εξουσίας και τιμών στη διαρκή προσπάθεια διατήρησης του, αφού είναι αγαθά που δύσκολα αποκτούνται και εύκολα χάνονται. Ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι η ηδονή αποτελεί την αρχή και τον σκοπό μιας ζωής που κυριαρχείται από αταραξία και ευτυχία, διότι η ίδια η φύση μας την αποζητάει ώστε να επιλέγουμε ό,τι μας προκαλεί ευχαρίστηση και να αποφεύγουμε ό,τι μας προξενεί δυσαρέσκεια.

Η ηδονή αποτελεί το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο, ο οποίος αποφεύγει τον πόνο σαν το μεγαλύτερο κακό. Ο Επίκουρος διαχωρίζει τον πόνο σε σωματικό και ψυχικό. Ο σωματικός πόνος δεν παραμένει μόνιμα. Μπορεί να είναι οξύτατος, αλλά διαρκεί λίγο.(Επίκουρου Κύρια Δόξα 4) Ο ψυχικός πόνος αφορά όλα τα δυσάρεστα, τα οποία προκαλούνται σε κάθε χρονική στιγμή. Η ηδονή συνδέεται με τις επιθυμίες, τις οποίες ο Επίκουρος διαχωρίζει σε φυσικές και αναγκαίες, σε φυσικές αλλά μη αναγκαίες και τέλος σε μη φυσικές και μη αναγκαίες. Οι τελευταίες εκπορεύονται από κενές ιδέες, από μια ανθρώπινη τάση προς τη ματαιοδοξία και τη κενοδοξία.

Οι φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες πραγματοποιούνται εύκολα, διότι η ίδια η φύση είναι αυτάρκης και μπορεί να μας προσφέρει όλα τα αγαθά εκείνα που μας είναι απαραίτητα. Δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή αδιακρίτως, αλλά απορρίπτουμε τις ηδονές, οι οποίες προκαλούν δυσάρεστα αποτελέσματα, όπως οι αισθησιακές ηδονές, δηλαδή η ασωτία. Ο Επίκουρος ορίζει ως όριο της ηδονής, την εξάλειψη του πόνου(Επικ. Κύρια Δόξα 3). Η ηδονή κυριαρχεί, όταν απουσιάζει ο σωματικός πόνος και η λύπη από τη ψυχή. Ο φιλόσοφος προβαίνει σε άλλη μια σημαντική διάκριση τη σαρκική και την πνευματική. Η σαρκική ηδονή αλλάζει μορφές συνεχώς, δηλαδή πρέπει να ικανοποιούμε συνεχώς τις βιολογικές μας ανάγκες. Η πνευματική ηδονή πραγματοποιείται με τη βοήθεια της λογικής και την απαλλαγή από φόβους και προκαταλήψεις. Σκοπό πάντα της ικανοποίησης των ηδονών αποτελούν η αταραξία του σώματος και η απονία του σώματος, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως στατικές ηδονές, διότι αφορούν σταθερές καταστάσεις της ψυχής.

Η χαρά και η ευφροσύνη θεωρούνται ως ενεργές ηδονές,δηλαδή χαρακτηρίζονται σε συνεχή κίνηση. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, η δικαιοσύνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κοινωνικό συμβόλαιο, η οποία υπαγορεύει οι άνθρωποι να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται. Το δίκαιο και το άδικο αποτελούν κοινωνικές συμβάσεις, δηλαδή ορίζονται από τον ευρύ κοινωνικό σύνολο, το οποίο συμφωνεί στο τι το ευεργετεί και τι τον βλάπτει. Επίσης, ο Επίκουρος ισχυρίζεται ό,τι μία αδικία καθαυτή δε βλάπτει απαραίτητα, αλλά ταράζει τη ψυχική γαλήνη του ατόμου που τη διαπράττει, αφού ζει με το φόβο της αποκάλυψης και της τιμωρίας του. Εξάλλου δεν είναι καθόλου εύκολο να διάγει μια αρμονική και μακάρια ζωή όποιος καταπατά τις συνθήκες της κοινής ειρήνης που επιβάλλει το κοινωνικό συμβόλαιο. Αντίθετα ο δίκαιος είναι ο πιο ατάραχος άνθρωπος.

 Η απόκτηση μίας αληθινής φιλίας αποτελεί προϋπόθεση ενός ευτυχισμένου βίου. Η σοφία και η φιλία αποκαλύπτουν την ανωτερότητα του πνεύματος ενός ανθρώπου, ο οποίος κατορθώνει να ζήσει μια συνετή και ευτυχή ζωή. Συγκεκριμένα, ο Επίκουρος πρεσβεύει ότι απ' όλα όσα προσφέρει η σοφία, το πιο σημαντικό είναι η φιλία. Μάλιστα η σοφία αποτελεί ένα θνητό αγαθό, αντίθετα η φιλία αθάνατο σύμφωνα με τον φιλόσοφο. Η φιλία από μόνη της αποτελεί μία αρετή, και ας το αρχικό της κίνητρο είναι η ωφέλεια. Ωστόσο ο φίλος δεν μπορεί να επιδιώκει συνεχώς οφέλη από μία φιλία, διότι με αυτόν τον τρόπο η φιλία βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιοτέλεια και αποσκοπεί στην επίτευξη προσωπικού συμφέροντος. Από την άλλη βέβαια το όφελος πρέπει να συνδέεται με μέτρο με τη φιλία ώστε να τρέφεται η ελπίδα για τη διαχρονικότητα και την αυθεντικότητα μίας φιλίας. Η φιλία αποτελεί στην φιλοσοφία του Επίκουρου έναν τρόπο διαπαιδαγώγησης.

Ο Επίκουρος συχνά έγραφε επιστολές στους φίλους του είτε με παροτρύνσεις για μια ενάρετη και ατάραχη ζωή, όπως η επιστολή προς Μενοικέα, είτε σχετικά με τη διδασκαλία περί της αρχής και δομής του κόσμου, όπως η επιστολή προς Πυθοκλή. Στον Κήπο οι οπαδοί της διδασκαλίας του Επίκουρου, συνδέονταν με δεσμούς άρρηκτης φιλίας και βαθιάς συντροφικότητας. Τέλος, ο πυρήνας της διδασκαλίας του Επίκουρου επικεντρώνεται στην τετραφάρμακο, η οποία περιλαμβάνει γνωμικά, τα οποία εκφράζουν συνοπτικά τις κύριες θέσεις του φιλοσόφου με σκοπό να ακολουθήσουμε μια ατάραχη ζωή με όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο. Συγκεκριμένα, η τετραφάρμακος αποτελείται από τις εξής προτάσεις:

α) Ο θεός δεν είναι επίφοβος. Ο θεός είναι ένα μακάριο και άφθαρτο ον, το οποίο ούτε αντιμετωπίζει προβλήματα ούτε τα προκαλεί στους ανθρώπους.(Επίκουρου Επιστολή προς Μενοικέα 123-124) Οι άνθρωποι συνηθίζουν να αποδίδουν στους θεούς χαρακτηριστικά ανθρωπομορφικά, διότι το διαφορετικό τους φαίνεται ξένο, εχθρικό και με αυτό τον τρόπο τους φαίνονται πιο οικείοι. Συγχρόνως, ο Επίκουρος απορρίπτει τη Θεία Πρόνοια των Στωικών, αλλά υπαγορεύει ότι οι θεοί δεν επεμβαίνουν στην εγκόσμια ζωή και με αυτό τον τρόπο νοηματοδοτεί την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μπορεί να αποφασίσει για τη ζωή του, να δράσει ανάλογα με τις πεποιθήσεις του και να επιλέγει ελύθερα τον τρόπο ζωής που θέλει να ακολουθήσει. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, ο θάνατος σημαίνει στέρηση κάθε αίσθησης, αφού η ψυχή αποτελείται από μικρά σωματίδια, τα άτομα, τα οποία διαλύονται. Οπότε ο θάνατος δε σχετίζεται με τους ζωντανούς, αφού για αυτούς δεν υπάρχει, αλλά ούτε και με τους νεκρούς, αφού δεν υπάρχουν πια.(Επίκουρου Επιστολή προς Μενοικέα).

Οι πολλοί άνθρωποι είτε φοβούνται το θάνατο σαν καμιά συμφορά είτε τον επιδιώκουν για να λυτρωθούν από τις δυσκολίες της ζωής. Όμως ο σοφός ούτε αποστρέφεται τη ζωή ούτε φοβάται την ανυπαρξία, αλλά ζει όσο πιο ευχάριστα χωρίς να φοβάται το θάνατο. Προτιμάει, δηλαδή, να ζήσει όχι τη διαρκέστερη αλλά την ευτυχέστερη ζωή. Ο Επίκουρος απορρίπτει τη μεταθανάτια ζωή, αλλά και τη μετενσάρκωση και παρότρυνε τους ανθρώπους να μην αναβάλουν τίποτα για το μέλλον, γιατί στο τέλος θα χαθούν και θα αργοπεθαίνουν μες τις έγνοιες.

β) Ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία.

γ) Το καλό αποκτάται εύκολα.

δ) Το κακό αντέχεται εύκολα.Όποιος ακολουθεί τα γνωμικά της τετραφαρμάκου, μπορεί να διάγει μία ζωή ατάραχη και με όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο.

 Απόσπασμα από την πτυχιακή εργασία: Κοσμολογία, Θεολογία και Ηθική στο Δημόκριτο και τον Επίκουρο, επιβλέπουσα καθηγήτρια Συλβάνα Χρυσακοπούλου, Ρέθυμνο 2008

Γνωμικά Δημόκριτου:
 Ι. Ο κόσμος είναι ένα θέατρο και η ζωή ένα δράμα:έρχεσαι,βλέπεις και φέυγεις

ΙΙ.Το να αποκτάς χρήματα δεν είναι κακό, αλλά κάκιστο από όλα τα πράγματα είναι το να αποκτάς αυτά από αδικία)

 ΙΙΙ.Ο χειρότερος τρόπος για την ανατροφή των νέων είναι το να τους δίνονται όλες οι ευκολίες.

ΙV.Γιατί η ευκολία γεννά τις ηδονές και από αυτές προέρχεται κάθε κακοήθεια

 V.Ο δούλος των χρημάτων δεν μπορεί να είναι δίκαιος

VI. Η ευτυχία ή η δυστυχία των ανθρώπων δεν εξαρτώνται από την περιουσία ή το χρυσό που διαθέτει. Η ευτυχία ή η δυστυχία του βρίσκονται στην ψυχή του.

VII. Mου φαίνεται πως από κανένα δε θα αγαπηθεί αυτός που δεν αγαπά κανέναν VIII. Πολλοί , ενώ κάνουν τις αισχρότερες πράξεις , μιλούν με πολύ ωραίο τρόπο.

Γνωμικά Επίκουρου:

 I. Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.

 II. Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου είναι παρούσα η ηδονή και για όσο διάστημα είναι παρούσα, δεν υπάρχει τίποτε που να προξενεί πόνο ή λύπη ή και τα δύο μαζί.

 III. Ο δίκαιος άνθρωπος έχει ηρεμία, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος ταραχή.

 IV. Στον πόνο των φίλων συμπάσχουμε όχι θρηνώντας αλλά μεριμνώντας γι’ αυτούς.

 V. Φίλος δεν είναι ούτε εκείνος που διαρκώς επιζητεί το χρήσιμο ούτε εκείνος που ποτέ δεν το συνδυάζει με τη φιλία. Γιατί ο ένας, με πρόσχημα την ευεργεσία, εμπορεύεται το αντάλλαγμα, ενώ ο άλλος σκοτώνει την καλή ελπίδα για το μέλλον.

 VI. Η φτώχεια, αν υπολογιστεί με μέτρο τον σκοπό της φύσης, είναι μεγάλος πλούτος• ενώ ο πλούτος που δεν του έχουν τεθεί όρια είναι μεγάλη φτώχεια.

Βιβλιογραφία:

Δημόκριτος, Άπαντα 1, Κάκτος, Αθήνα, 1995 Δημόκριτος, Άπαντα 2, Κάκτος, Αθήνα, 1995

Επίκουρος, Κείμενα:Πηγές της επικούρειας φιλοσοφίας και της τέχνης του ζην, εισ. D.S. Hutchinson, επιμ. Γ. Αβραμίδης, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2000 Επίκουρος, Άπαντα, Κάκτος, 1994

Κάλφας Β. και Ζωγραφίδης Γ., Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006 Festugiere A.J.,

O Eπίκουρος και οι Θεοί του, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 1999

 Κirk G.S, Raven J.E., Schofield M., Oι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1998

 Κoen A., Άτομα-Ηδονή-Αρετή: Η φιλοσοφία του Επίκουρου, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2006

 Vegetti M., Iστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, Τραυλός, Αθήνα, 2003

 Federico En. Και Mazziotti M., Οι Θεωρίες του Δημόκριτου του Αβδηρίτη, Διεθνές Δημοκρίτειο Ίδρυμα, Ξάνθη, 1982

Χρήσιμοι σύνδεσμοι:
 http://www.epicuros.gr/
 http://www.mousa.gr/html/dimokritos.html 

31/7/11

23/7/11

Πένθιμο Εμβατήριο του Σωτήρη Πατατζή











Ο Σωτήρης Πατατζής γεννιέται στο Νησί της επαρχίας Μεσσήνης το 1917. Σπουδάζει  Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Επίσης, μελέτησε σε βάθος τη γαλλική γλώσσα κι απoφοίτησε από το Institut Français d' Athenes. Γράφει διηγήματα, μυθιστορήματα και μεταφράζει, Ντοστογιέφσκι, Τσβάιχ,Μορουά, Θερβάντες, Μοράβια. Διατελεί μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Πολλά έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες: ρουμανικά, γαλλικά, δανέζικα, σουηδικά, γερμανικά. Έχει τιμηθεί με τρία βραβεία: Εθνικής Αντίστασης, Παγκοσμίου Διαγωνισμού Διηγήματος και Κρατικό. Τα πιο γνωστά λογοτεχνικά έργα του είναι τα διηγήματα Ματωμένα χρόνια, Νεράιδα του βυθού, τα μυθιστορήματα Μεθυσμένη πολιτεία, Πένθιμο εμβατήριο και τα θεατρικά έργα Δον Καμίλο, Χρυσή φυλακή, Ο καλός στρατιώτης Σβέικ.








Το Πένθιμο εμβατήριο(1978) αποτελεί ένα από τα πιο σπουδαία μυθιστορήματα της Μεταπολεμικής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Δεν είναι σπουδαίο απλώς για τον περίτεχνο λόγο του ή για την αφηγηματική τεχνική που ακολουθείται, αλλά για το θαυμάσιο περιεχόμενο του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα ή καλύτερα καταγγέλλει τη ματαιότητα του εμφύλιου πολέμου, ενός πολέμου που διεξάγεται όχι μόνο μεταξύ Ελλήνων, αλλά και μεταξύ ομοϊδεατών, κομμουνιστών  επίσης . 


Πιο συγκεκριμένα ,  ένα σώμα ανταρτών του Δ.Σ.Ε.  κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου που στρατοπεδεύει σε ένα ερημωμένο χωριό  έξω από τη Σπάρτη. Εκεί συνεχίζουν να ζουν λιγοστοί ντόπιοι, από τους οποίους ξεχωρίζει η μορφή του  ιερέα, ενός ανθρώπου με πολύ χιούμορ, συντηρητικός που ζει με την οικογένεια του με σύνεση και αυτάρκεια. Ο ιερέας εκφράζει το λαϊκό τύπο ανθρώπου που πιστεύει στο Θεό και υπομένει τα δεινά που του επιφυλάσσει με υπομονή και επιμονή. Εντυπωσιάζει η επιμονή του να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του , αλλά και να μοιράζεται με όσους συμπαθεί τα αγαθά που έχει. Καταλήγει, όμως, να  είναι ίσως η πιο τραγική φιγούρα του μυθιστορήματος, αφού χάνει ό,τι έχει και δεν έχει στο τέλος.


Στο σώμα των ανταρτών πρωταγωνιστούν ο Γελαστός Βράχος, ο καπετάν Μπουλντόζας, ο Αρίστος και ο Γορίλας ο γιατρός. Ο καθένας τους εκπροσωπεί ένα διαφορετικό κόσμο. Ο Γελαστός Βράχος, πρώην τσαγκάρης με στοχαστική διάθεση,  ακολουθεί στη ζωή του τη σκληρή μαρξιστική-λενινιστική γραμμή. Ωστόσο, υπακούει τυφλά στο Κ.Κ.Ε. που έχει στραφεί σε μια παρερμηνεία και διαστρέβλωση της μαρξιστικής και λενινιστικής θεωρίας και ακολουθεί τη σκληρή σταλινική πολιτική γραμμή. Τίθενται πολλά πολιτικά  και εσωκομματικά ζητήματα με κεντρικό το ζήτημα της εξουσίας, από πού απορρέει η εξουσία, από την εργατική τάξη ή  από την κομματική ελίτ, καθώς επίσης το ζήτημα κατάχρησης εξουσίας. Ο καπετάν Μπουλντόζας είναι μοιραίος, ωραίος και γυναικοκατακτητής που ξελογιάζει μέχρι και καλόγρια. Αντιπροσωπεύει εκείνον τον τύπο ανθρώπου που ακολουθεί τυχαία ένα δρόμο, αλλά ονειρεύεται αξιώματα. 


Ο Αρίστος και ο Γορίλας, δύο άνθρωποι που συνδέονται με αληθινή  φιλία, οι οποίοι αμφισβητούν τις αξίες που προάγει το Κόμμα. Ο Αρίστος, τέλειος γνώστης της Ιστορίας και ο Γορίλας εντυπωσιασμένος από το Φρόιντ και το Γιουνγκ ξεδιπλώνουν τις σκέψεις τους για τις απαρχές του κόσμου, για την αξία της ζωής, για τη φιλία ή τον έρωτα, για τα όνειρα τους. Ο Αρίστος είναι εκείνος που έχει πιστέψει ότι  μια άλλη κοινωνία είναι εφικτή , εκείνη της ισότητας και της δικαιοσύνης και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα και το στρεβλό δρόμο που επιλέγει να χαράξει το Κόμμα με το ρίσκο να θεωρηθεί προδότης.  Ο Γορίλας αποκαλεί με ιδιαίτερη καυστικότητα τους Αριστερούς , προοδευτικά ζώα. Είναι ο άνθρωπος που γύρισε από το βέβαιο θάνατο και τις νύχτες σαν βρικόλακας γυρίζει στα βουνά , καθώς υποφέρει από αϋπνία. 


Κατά τη διάρκεια της αφήγησης , εντοπίζεται η  ενδιαφέρουσα αναφορά στη τσακωνική μειονότητα και στον τρόπο ζωής των Τσακώνων, γνήσιων απογόνων των Δωριέων. Εκεί οι στρατιώτες φαίνεται να ανακαλύπτουν ένα επίγειο παράδεισο μετά από περιπλανήσεις μισού χρόνου σχεδόν στα βουνά να αντιμετωπίζουν άθλιες συνθήκες διαβίωσης και να τους καλεί έντονα το ένστικτο της επιβίωσης. Το τσακώνικο όνειρο δε διαρκεί για πολύ, καθώς  ο Γελαστός Βράχος θέτει στους απομένοντας στρατιώτες του, το δίλημμα του θανάτου ή της εκπλήρωσης του ιερού καθήκοντος με την απειλή χειροβομβίδας. Από αυτούς στο χωριό απομένει μόνο ο Χανς, ο Γερμανός "εχθρός", που σώζεται χάρη στο ψυχικό σθένος του Αρίστου και του Γορίλα, καθώς επίσης λειτουργεί καθ' όλη τη διάρκεια της αφήγησης σαν ένα σύμβολο νίκης της ανθρωπιάς στην αποτρόπαια φύση του πολέμου που μπορεί να εξαγριώσει τον άνθρωπο και να τον εθίσει στη βία και στην εξουσία.


Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα προτείνεται, γιατί  πρώτα απ' όλα, αποτελεί καταγγελία ενάντια στην τυφλή βία και εξουσία, καθώς επίσης κατακρίνει την προσωπολατρία και την αλαζονεία του ανθρώπου. Κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και ως τέτοια θα πρέπει να εξετάζεται με κριτική σκέψη κάθε φορά χωρίς να αναμασάμε άκριτα τα λόγια των μεγάλων φιλοσόφων και πολιτικών. 


Τέλος, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα με ψυχολογικές, ιστορικο-κοινωνιολογικές και ηθικές προεκτάσεις, αφού αναφέρεται σε μια σκοτεινή σελίδα της Σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας που συχνά αποτελεί ένα ταμπού. Ο Εμφύλιος Πόλεμος,  ο "Εθνικός Διχασμός"  στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από το αποτέλεσμα ταξικής πάλης. Ωστόσο, αν και πολλά έχουν γραφτεί για τον Εμφύλιο Πόλεμο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον εντοπίζεται σε αυτό το μυθιστόρημα , γιατί φαίνεται να ασκείται έντονη κριτική στην πολιτική στάση του Κόμματος  που  διχάζει συχνά τους θιασώτες του και θυσιάζει τόσες αθώες ζωές.




Χρήσιμοι σύνδεσμοι:                                                         
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=24.03.2006,id=20985496
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=01.04.2006,id=97723464
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=326

9/7/11

Όταν ο θάνατος μελετάται εν ζωή!


Watch it on Academic Earth


Μέρος όλων των αναγνώσεών μας δεν είναι η φύση του θανάτου (κάθε είδους) και η σχέση του με τη ζωή; Δείτε, λοιπόν, αυτό το καταπληκτικό βίντεο από διάλεξη στο Πανεπιστήμιο του Yale όπου ο Θάνατος έχει γίνει... αντικείμενο εξέτασης!

Η διάλεξη είναι στα Αγγλικά, άρα αποτελεί μια άριστη ευκαιρία εξάσκησης της γλώσσας!

Θα βρείτε την ομιλία σε γραπτή μορφή εδώ.

29/6/11

Άλλη μια ιστορία αγάπης

Τόσες ιστορίες αγάπης!!! Και κάθε αγάπη σαν ένα μονόπρακτο... Μερικές φορές η ζωή μας ολόκληρη περικλείεται σε μία και μόνο πράξη. Ο πραγματικός χρόνος εκμηδενίζεται. Η σκέψη εκμηδενίζει το χρόνο. Η Α., ο Β. και οι σκιές τους. Οι σκιές ομολογούν την αλήθεια τους. Αποτελούν το φορέα δράσης, αφού το νεαρό ζευγάρι απαθές αναβιώνει ό,τι έζησε σε μια στιγμή, σε μία και μόνο πράξη.                                             


                                      
                                                     Klimt Gustav, Το φίλημα


                                               AΛΛΗ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ



Διακρίνουμε ένα πανί στη θεατρική σκηνή, η οποία διαχωρίζεται οριζοντίως. Ο χώρος είναι μια παιδική χαρά. Είναι βράδυ. Η Α. και ο Β. είναι μπροστά από το πανί. Η Α' και ο Β' είναι πίσω από το πανί και μπορούμε να δούμε τις σκιές τους με τις οποίες ζωντανεύουν την αληθινή ιστορία της Α. και του Β., οι οποίοι κινούνται ελεύθερα στο χώρο της παιδικής χαράς, αλλά τα βλέμματα τους δε συναντιούνται ποτέ. Συμπεριφέρεται ο ένας σαν να μην υπάρχει ο άλλος στον ίδιο χώρο. Η μουσική θα είναι ορχηστρική, κατά προτίμηση ροκ ή τζαζ.
Α.: Είναι μέρες που είχαμε δώσει ραντεβού εδώ.μπορεί να πάνε και χρόνια. Εδώ που είχαμε πρωτοσυναντηθεί. Ήταν βράδυ τότε και εκείνος ήταν τόσο απόμακρος και σκοτεινός. Ήταν χλωμός και τα μαλλιά του έπεφταν στα μάτια του. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι το βλέμμα του. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του. Ήταν τόσο μεγάλα.και άδολα. Με κοιτούσε μες στα μάτια. Πρώτη φορά με κοιτούσε κάποιος μες στα μάτια. Έτσι έριχνα και εγώ το βλέμμα μου κάτω για να τον αποφύγω. Φοβόμουνα. Κι εκείνος με φοβότανε. Ακόμα με φοβάται. Δε μιλούσε πολύ, όμως η φωνή του τη θυμάμαι ακόμα, σα να ηχεί μέσα μου, σαν να την ακούω τώρα.
Β.: Ήταν βράδυ όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Ένα βράδυ από εκείνα του χειμώνα που νομίζεις ότι ο ουρανός όλο κατεβαίνει για να σκεπάσει τις άχαρες ζωές μας. Ο άνεμος λυσσομανούσε σα να ήθελε να μας πάρει μαζί του. Τη βρήκα μόνη να κάθεται.Μόνη σε μια κούνια. Στην αρχή δεν της έδωσα σημασία-μου είχε φανεί μια κοινή θνητή,μα δεν ήταν.Ήταν νεράιδα ή ξωτικό. Είχε λυτά τα μαλλιά της και στην αρχή με κοιτούσε επίμονα, μα όταν την απαντούσα, έριχνε το βλέμμα της στη γη και γινόταν βώλος. Με ρώτησε τι γύρευα εκεί τέτοια ώρα. Δεν της απάντησα. Φοβήθηκε για μια στιγμή αλλά δεν έφυγε. δεν έφυγε; Μετά από λίγο άκουσα το γέλιο της.
Α.: Ήταν ένα μυστήριο. Όταν τον πρωτοείδα νόμιζα πως ήτανε νεκρός. Φοβήθηκα για λίγο, αλλά συνέχισα να κάνω κούνια. Στην πρώτη ερώτησή μου βέβαια δεν αποκρίθηκε, μα στη δεύτερη μου απάντησε. Μονολεκτικά βέβαια, αλλά μου απάντησε. Γέλασα και ευθύς τον ρώτησα «Είσαι νεκρός;»
Β.: Κι έπειτα με ρώτησε αν είμαι νεκρός. «Όχι» της απάντησα. Μα πια δεν είμαι τόσο σίγουρος. Η τελευταία φορά που την είδα ήταν άνοιξη. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και είχε λυτά τα μαλλιά της. Έτσι κατάλαβα ότι ήταν συντετριμμένη. Σε ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις, άφηνε πάντα κάτω τα μαλλιά της. Μόνο που όταν ήταν ευτυχισμένη τα πείραζε όλη την ώρα. Μια φορά την είχα δει ευτυχισμένη για μια στιγμή μονάχα και μου φάνηκε πολύ αμήχανη.
Α.: Και ικανοποιήθηκα με την απάντησή του, γιατί κατάλαβε την ερώτησή μου. Πράγματι τώρα που το σκέφτομαι πέρασε καιρός που ήμουν ευτυχισμένη, δηλαδή μια φορά έχω νιώσει έτσι. Βρισκόμασταν τις νύχτες μόνο.για ενάμιση χρόνο μια φορά το μήνα στο ίδιο μέρος, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα. Δεν το 'χαμε συμφωνήσει, αλλά επιστρέφαμε γιατί νοσταλγούσαμε. Συνήθως καθόμασταν αντικριστά μέχρι να ξημερώσει. Μετά το πρώτο γλυκό χάραμα, χώριζαν οι δρόμοι μας. Ο καθένας εξέφραζε ενδόμυχες σκέψεις, συναισθήματα.συνειρμικά. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Υπήρχε μια τέλεια επικοινωνία, χωρίς καν να γνωριζόμαστε. Η σχέση μας ήταν μεταφυσική. Εκείνο το βράδυ που κοιταζόμασταν για ώρες στα μάτια, πίστεψα πως ήμασταν ένα, μονάδα. Τότε για πρώτη φορά ένιωσα ευτυχισμένη. Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Μια μουσική δυνάμωσε και χόρευα όλη την ώρα.  
Β.: Δε χόρευα ποτέ, μα παρασύρθηκα. Χορεύαμε για ώρες.
Α.: Μπορεί και για μέρες να χορεύαμε μαζί. Σε τέτοιες στιγμές ο χρόνος εκμηδενίζεται. Ενώ χορεύαμε, με φίλησε. Δεν αντέδρασα. Αιφνιδιάστηκα. Πήρα τους δρόμους και έτρεχα σαν τρελή. Μπορεί και να 'μουν τρελή. Οι περαστικοί δε με πρόσεχαν. Σα να μην υπήρχα. Υπήρχα;
Β.: Παρεξήγησε. Έφυγε, γιατί παρεξήγησε. Έτρεξα να την προλάβω, μα την είχα ήδη χάσει. Σε μια στιγμή έκστασης τη φίλησα. Αδερφικά όμως.μα δε το κατάλαβε. Από τότε, την ξαναείδα άλλες δύο φορές, αλλά ήταν διαφορετική.απόμακρη. Δε μιλούσε. Το βλέμμα της είχε γίνει ένα με το χώμα. Προσπάθησα να την πλησιάσω, τιναζόταν. Προσπάθησα να της εξηγήσω, έφευγε. Η σχέση μας ήταν μια παρεξήγηση.
Α.: Μ' αρέσει να φεύγω. Να φεύγω τις πιο καίριες στιγμές.Ένιωσα πως αυτό το φιλί ήταν αιμομικτικό. Μα περισσότερο φοβήθηκα τον εαυτό μου. Εκείνος ήταν σα να έπαιρνε πνοή από την πνοή μου για να ζήσει, όμως για εμένα δεν ήταν το ίδιο. Από τότε που τον ξανάδα άλλες δύο φορές. Κάθε φορά έφευγα. Νιώθω ελεύθερη έτσι.
Β.: Έφυγε και με άφησε μόνο μου. Η φυγή της αυτή εκβίαζε κάθε συναίσθημά μου να βγει στην επιφάνεια. Κι εγώ έκρυβα μέχρι τότε τα συναισθήματά μου, μόνο σε εκείνην φανερώθηκα όσο μπορούσα. Και εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να φύγει.
Α.: Έφευγα γιατί ούτε να αναπνεύσω δεν μπορούσα. Ασφυκτιούσα. Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγερή. Δεν ήθελα πια να με κοιτάει στα μάτια. Δεν ήθελα να ακούω τη φωνή του ούτε να γελάω με τα αστεία του. Ήθελα να είμαι μόνη, όπως παλιά. Χωρίς δεσμεύσεις.
Β.: Ποτέ δεν τη δέσμευσα να μείνει. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύτηκα και εκείνη με πίστεψε. Το ένιωσα, μα με παρεξήγησε. Η αλήθεια ήταν ότι δε μιλούσα συχνά. Δεν της εξηγούσα πάντα, και όταν προσπαθούσα, έφευγε.
Α.: Δύσκολα ξεγυμνώνεις την αλήθεια σου στον άλλο, μα εκείνος ακόμα και με τις παύσεις και τα αποσιωπητικά κατάφερνε να ξεγυμνώνεται. Με παρέσερνε στα παραληρήματά του, στις συνειρμικές του σκέψεις, σ' άναρχες λέξεις. Μ' ελευθέρωνε.
Β.: Υπήρχαν στιγμές που τη φοβόμουνα. Ακόμα τη φοβάμαι. Σίγουρα θα συνέβαινε στον καθένα που ήταν στη θέση μου. Με καθήλωνε. Καμιά κίνηση του σώματος της δεν ήταν μηχανική ούτε το πετάρισμα των ματιών της. Όποτε είχα σκοπό να της πω ψέματα, με κοιτούσε στα μάτια και ευθύς της μολογούσα την αλήθεια. Μ' αποδεχόταν, όπως ήμουνα.
Α.: Τον κοιτούσα στα μάτια και χανόμουν σε λαβύρινθους ονείρων. Και όταν ένιωθα ότι μπορεί να ήμουν ευτυχισμένη, έφευγα. Τον φοβόμουν πολύ και ήμουν αμήχανη.
Β.: Φοβόταν, κυρίως τον εαυτό της. Δεν είχε κανέναν, μόνο εμένα. Είχε απομονωθεί εδώ και χρόνια στο κλουβί της.

 Α.: Μόνο που τώρα αναζητώ την ευτυχία. Θέλω να είμαι ελεύθερη πραγματικά, όμως. Μπορεί να πέρασαν χρόνια, αλλά ακόμα τον περιμένω. Εδώ στο μέρος που πρωτοσυναντηθήκαμε την ίδια μέρα, τη ίδια ώρα. Ακόμη.

Β.: Έρχομαι εδώ και κρύβομαι ή μεταμφιέζομαι για να μη μ' αντιληφθεί. Την παρακολουθώ από μακριά, κάθε μορφασμό της, κάθε της κίνηση. Και μ' αρέσει να τη βλέπω να φεύγει.
                                                      ΤΕΛΟΣ
                                                                                                        Αλκμήνη Μιρέλλι                                                                                                    

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι (Οδυσσέας Ελύτης)

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.


27/6/11

Περί ρωμιοσύνης ο λόγος...




 Ο Δημήτρης Χατζής γεννιέται το 1913 στα Γιάννενα και πεθαίνει το 1981 στην Αθήνα.  Γιος του διηγηματογράφου, δημοσιογράφου - εκδότη της εφημερίδας «Ήπειρος», φοιτά στο Ιόνιο Γυμνάσιο Αθήνας. Το 1930 αναλαμβάνει την έκδοση της «Ηπείρου». Πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα με ποιήματα («Νουμάς» 1931 και «Νέα Εστία» 1932). Το 1932 εντάσσεται στο ΚΚΕ. Το 1936 εξορίζεται στη Φολέγανδρο. Λίγους μήνες αργότερα αφήνεται ελεύθερος. Στην Κατοχή δημοσιογραφεί στον παράνομο «Ριζοσπάστη» και είναι μέλος της ομάδας του παράνομου σωζόμενου τυπογραφείου της ΚΕ του ΕΑΜ, στην Καλλιθέα, δημοσιογράφος και διορθωτής των εφημερίδων «Ελεύθερη Ελλάδα», «Απελευθερωτής» και άλλων εντύπων που εκδίδει το τυπογραφείο. Αργότερα εργάζεται στο τυπογραφείο του Βουνού. Το 1947 επιστρατεύεται στα Γιάννενα. Το Μάρτη του 1948 καταφεύγει στο ΔΣΕ, στου οποίου τα έντυπα δημοσιεύει διηγήματα και ανταποκρίσεις. Από το 1949 ζει σε διάφορες σοσιαλιστικές χώρες. Σπουδάζει Βυζαντινολογία και διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Στην προσφυγιά δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό «Πυρσός» και εκδίδει αρκετά έργα του. Το 1974 επαναπατρίζεται. Γίνεται επισκέπτης καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Πάτρας, αλλά σύντομα αποπέμπεται από το υπουργείο Παιδείας. Από το 1980 ως το θάνατό του, 1981, εκδίδει το περιοδικό «Στίγμα», με αντικείμενο την Παγκόσμια Λογοτεχνία.




 
                                                   
"Το διπλό βιβλίο" του Δημήτρη Χατζή θεωρείται ένας σταθμός στη Νεοελληνική Λογοτεχνία για την πρωτοτυπία του και σημειώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εναλλακτικές αναγνώσεις του. Πρώτα απ' όλα , "Το διπλό βιβλίο" δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο λογοτεχνικό ανάγνωσμα, αλλά ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα του Νεοέλληνα στη σύγχρονη κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα , πρόκειται για μια διαρκή αναζήτηση από την αρχή μέχρι το τέλος της νεοελληνικής ταυτότητας μέσα από τις ιστορικές συγκρούσεις και τις κοινωνικές αντιφάσεις. Από αφηγηματολογικής άποψης, τo ιδιαίτερο ενδιαφέρον εντοπίζεται στο γεγονός ότι τα μέρη "Του διπλού βιβλίου" αποτελούν μέρος ενός ενιαίου συνόλου, θα μπορούσαν να παρουσιαστούν και ως αυτόνομα, καθώς επίσης στο τέλος  οι επίλογοι με τον πρόλογο συγχέονται και προβάλλονται σαν μια ενότητα. Από ποιητικής (και αφηγηματολογικής βέβαια) άποψης, εντυπωσιάζει ο διάλογος που αναπτύσσεται ανάμεσα στον αφηγητή και τον συγγραφέα. 

O κεντρικός ήρωας , ο Κώστας, ζει στη Γερμανία ως μετανάστης και εργάζεται στο εργοστάσιο "'Αουτελ". Εκεί για πρώτη φορά έρχεται με την ουσία και τη σπουδαιότητα του ρόλου του συνδικαλισμού που δέχεται στους κόλπους του, τον κάθε εργάτη, ακόμα και τον μεταναστάτη. Αποτυπώνει συγχρόνως με ιδιαίτερη γλαφυρότητα την αλλοτρίωση που επικρατεί στο χώρo εργασίας. Ο εργάτης δεν έρχεται σε επαφή με τον διανομέα ή με τον υπάλληλο γραφείου. Οι παραγωγικές σχέσεις φαίνεται να είναι τόσο τυποποιημένες, και οι άνθρωποι τόσο καλά κουρδισμένοι...θυσιασμένοι στο βωμό του κέρδους. Ο κεντρικός ήρωας κατάγεται από ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Δουλεύει σε ένα ξυλάδικο στο και μαθαίνει την τέχνη. Ο πατέρας του, παλιός αντάρτης, και ο Μάστορας τον παροτρύνουν να μεταναστεύσει στη Γερμανία. Στη  Στουτγάρδη ζουν πολλοί Έλληνες και συχνάζουν σε ένα καφενείο, διανοούμενοι, αριστεροί , εργάτες, άνθρωποι της Χούντας. Ο Κώστας ζει μια φιλήσυχη και μονότονη ζωή, καθώς ανακαλύπτει την τεράστια δύναμη του, την αγοραστική και εθίζεται στον καταναλωτισμό.  Ο Σκουρογιάννης, μετανάστης  και αυτός στη Γερμανία , επιστρέφει στο χωριό του, ερημωμένο, από την αστικοποίηση που χαρακτηρίζει εκείνη την εποχή τη νεοελληνική κοινωνία. Τέλος, Η Αναστασία, η αλαφροΐσκιωτη αδερφή του Κώστα που παντρεύεται  το Βασίλη που επιδιώκει να πολλαπλασιάσει τα πλούτη του. 

Ο Δημήτρης Χατζής, όπως φαίνεται από "Το διπλό βιβλίο" εμπνέεται από τον απλό, καθημερινό άνθρωπο και καταγράφει τις καθημερινές ιστορίες του. Βαθιά ανθρώπινος αντιμετωπίζει το επίμαχο ζήτημα περί ρωμιοσύνης με ιδιαίτερη ευαισθησία. Ο Νεοέλληνας μπροστά στις νέες κοινωνικές περιστάσεις χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση από θύμα δεν αργεί να γίνει θύτης. Η αστικοποίηση, οι ραγδαίες αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις , η φτώχεια των τελευταίων αιώνων αποτελούν μερικούς από τους βασικούς παράγοντες γι' αυτό. Η σύγχρονη κοινωνία καταβροχθίζει το Νεοέλληνα.  Αν και φαντάζει έρμαιο των περιστάσεων , είναι τελικά δημιούργημα μιας ολόκληρης εποχής, είναι το αποκύημα ενός εμφυλίου πολέμου, μιας "απόκρυφης" ταξικής πάλης , μιας ηττημένης γενιάς. Ο Δημήτρης Χατζής με πολύ έντεχνο και  τρόπο παρουσιάζει την ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του  '70 που πρωτοεκδίδεται το παρόν  μυθιστόρημα.  


Αποσπάσματα:

 Το μικρό μου θέατρο της αντλίας τελείωσε -και φυσικά χωρίς την αντλία-που φυσικά δε θα 'ξερα τι θα την κάνω. Και βγαίνω πάλι στην λεωφόρο. Μαγαζιά, ρεκλάμες, φωτεινές επιγραφές-αυτάπου αγαπάω. Το μεγάλο θέατρο της κοινωνίας της κατανάλωσης, που λένε στο καφενείο. Ό,τι ποθείτε θα το βρείτε εδώ. Και δεν είναι ακριβώς αυτό που θα ποθείτε μονάχα , αυτό που θα βρείτε. Είναι το θέατρο που το παίζουμε όλοι, που μας παίζουν όλοι, που τους παίζουμε όλους.
  Αυτό για το θέατρο δεν το 'παν στο καφενείο, είναι από 'κείνα που τα βρίσκω μοναχός μου. Οι σοφοί τα λένε κάπως αλλιώς-μας κάνει τάχα κακό, μας διαφθείρουν με τη σπατάλη , την αφθονία, την αχρηστία των πραγμάτων που βρίσκονται εδώ. Το νέον όπιον των λαών το λέει ο Γιαννόπουλος.
  Και να με κι εγώ με το όπιον μου. Στέκομαι μπροστά σε αυτές τις γεμάτες , τις ωραίες βιτρίνες , χαζεύω, τις αφήνω να με διαφθείρουν όσο θέλουν...Για τους σοφούς του καφενείου σημαίνει πως διαλύομαι, αλλοτριώνομαι, λένε, μέσα στους άλλους...
  Κοιτάζω λοιπόν όσο θέλω, κάνω μία και μπαίνω στο κατάστημα. Μπορώ να διαλέξω-για μένα το 'χουν αυτό το κατάστημα. Διαλέγω. Δε με ρωτάει κανείς ποιος είμαι, που τα βρήκα τα λεφτά μου, με περιμένουνε να διαλέξω-πρέπει να με περιμένουν. (σελ.65)



Ο Βασίλης ; Είχε μέσα του κι αυτός τη δική του καταστροφή. Η φτώχεια που πέρασε τον είχε φοβίσει. Μουλωχτά , μονάχα μ'αυτήν λογαριαζότανε , μέσα του.πήραμε λίγο την απάνω βόλτα, αγρίεψε αμέσως, αγριεύτηκε με το χρήμα που ερχόταν. Μισεί μονάχα. Τον κόσμο που βρίσκεται γύρω του, τους εργάτες που δουλεύουν στα χτήματά του...(σελ.167-168)



Χρήσιμοι σύνδεσμοι:




Ένας ιδιαίτερος μικρός κύριος

'Οπως πολύ απλά μου εξήγησε ο συγγραφέας, το βιβλίο 'Ένας ιδιαίτερος μικρός κύριος' αφορά εκείνους που μιλάνε και σκέφτονται φυσιολογικά, αλλά δυσκολεύονται στις κοινωνικές συναναστροφές. Εκείνους, δηλαδή, που επίσημα πάσχουν από σύνδρομο Άσπεργκερ. Μήπως, όμως, τα 'συμπτώματα' περιγράφουν μια πολύ μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων; 'Ολοι μας δεν έχουμε νιώσει κατά καιρούς το συναίσθημα της μοναξιάς μέσα σε κόσμο;  Μόνο αυτός ο λόγος αρκεί για να προτείνω την ανάγνωση μιας ιστορίας που προέρχεται από προσωπικά βιώματα και γνωριμίες του συγγραφέα.

Εκδότης: Γλαύκη

Περιγραφή

Μια εσωτερική θεώρηση του συνδρόμου Άσπεργκερ. 

Καλοκαίρι 2005. Ο νυχτοφύλακας του ξενοδοχείου, ένας έφηβος με σύνδρομο Άσπεργκερ, μια περίεργη φιλία και ένα μυστικό ημερολόγιο. Το βιβλίο αυτό καταγράφει τα καθημερινά δρώμενα της ζωής ενός παιδιού με σύνδρομο Άσπεργκερ. Με ανάλαφρο ύφος και αρκετή δόση χιούμορ, ο συγγραφέας προσπαθεί να εντοπίσει, να επεξεργαστεί και να αποκρυπτογραφήσει τις διάφορες εκφάνσεις του αυτιστικού φάσματος, όπως αυτές εκδηλώνονται μέσα από τις συμπεριφορές και τις σκέψεις του μικρού ήρωα. Θέματα όπως η επικοινωνία, το στίγμα, το χιούμορ, η σεξουαλικότητα και πολλά άλλα, αναλύονται και σχολιάζονται σε δύο διαφορετικούς χρόνους: τη στιγμή που ανέκυπταν, στη συγκεκριμένη περίσταση και πλαίσιο, αλλά και ετεροχρονισμένα, κάποια χρόνια μετά, μέσα από έναν ωριμότερο τρόπο σκέψης. Το βιβλίο απευθύνεται τόσο σε ανθρώπους που γνωρίζουν για το σύνδρομο Άσπεργκερ και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όσο και σε αναγνώστες που δε γνωρίζουν κάτι για τη συγκεκριμένη παθολογία, αλλά ενδιαφέρονται να εξοικειωθούν με μια από τις πιο σαγηνευτικές εκφράσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι επιστημονικό, μα ούτε και λογοτεχνικό, αν και σε ορισμένα σημεία δανείζεται στοιχεία από τα παραπάνω δύο είδη. Πρόκειται για ένα βιβλίο για τη διαφορετικότητα, το πώς εκφράζεται αλλά και το πώς εκλαμβάνεται. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για ένα βιβλίο για την ανθρώπινη επικοινωνία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τη φιλία.

Για περισσότερες πληροφορίες και αγορά του βιβλίου κάντε κλικ εδώ.